Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

ΤΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΙΣ ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΔΕΗ, ΠΩΣ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΚΙΛΟΒΑΤΩΡΑΣ


GreenAim-DEH.jpgΤου Αθανάσιου Κόκκοτου
Διαχειριστή Περιβάλλοντος-Περιβαλλοντολόγου
Λίγο πριν μπει το νέο έτος (2013), έγιναν ευρέως γνωστές σε όλους τους πολίτες οι αυξήσεις του κόστους των τιμολογίων της Δ.Ε.Η. για το 2013 που θα κυμαίνονται περίπου από 14,5% έως 48,7%(1) κάτι, το οποίο προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια από την μεριά των καταναλωτών. Αμέσως, και όπως ήταν φυσικό, διάφορα σχόλια άρχισαν να ακούγονται για τον λόγο αυτών των αυξήσεων (οι οποίες παρεμπιπτόντως ενδέχεται να συνεχιστούν και το 2014) με βασικότερο τον λόγο της Τρόικας και του μνημονίου.....

Οι αυξήσεις αυτές αφορούν κυρίως το ΕΤΜΕΑΡ (πρώην ειδικό τέλος ΑΠΕ) για την κάλυψη του ελλείμματος του ΔΕΣΜΗΕ, την προβλεπόμενη επικείμενη πληρωμή μέσα στο έτος των εκπομπών αερίων ρύπων των εργοστασίων της Δ.Ε.Η. που λειτουργούν ακόμη με ορυκτά καύσιμα και τέλος, λιγότερο αφορούν, την πιθανή επαναφορά για την εκμετάλλευση του λιγνίτη που τόσα χρόνια η Δ.Ε.Η. το θεωρούσε "εθνικό πόρο" και τον εκμεταλλευόταν δωρεάν.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΕΤΜΕΑΡ
Λίγα λόγια για την υφιστάμενη κατάσταση
Σχετικά με την αύξηση του ΕΤΜΕΑΡ, έχει δημιουργηθεί μια διχογνωμία ανάμεσα στους πολίτες. Αυτή την στιγμή, υπάρχουν δύο ομάδες, σε αυτούς που αντιμάχονται την ανάπτυξη των ΑΠΕ, μέσω του συστήματος των ανεξάρτητων παραγωγών και την επιβολή του ΕΤΜΕΑΡ και σε αυτούς που το υποστηρίζουν.
Η πρώτη ομάδα που αντιμάχεται τις ΑΠΕ θεωρεί πως δεν αναπτύσσονται με σωστό τρόπο, αφού, μόνο ελλείμματα δημιουργούν και ζημιά στην λειτουργία της Δ.Ε.Η., στηρίζοντας την λογική τους, στην τιμή αγοράς της κιλοβατώρας από τους ιδιώτες παραγωγούς και συγκρίνοντάς την με την τιμή πώλησής της στους καταναλωτές.
Συγκεκριμένα πιστεύουν πως η Δ.Ε.Η., αγοράζει στα πλαίσια των εγγυημένων τιμών (feed in tariffs) την κιλοβατώρα από τους παραγωγούς που είναι 0.54σεντς/kwh και την πουλά 0.10σεντς/kwh στους καταναλωτές. Έτσι, δημιουργείται το εύλογο ερώτημα γι’αυτούς, πως τα βγάζει πέρα η Δ.Ε.Η.; Λογικό δεν είναι να δημιουργείται έλλειμμα το οποίο πρέπει να καλυφθεί μέσω του
ΕΤΜΕΑΡ, για να πληρωθούν οι παραγωγοί και το κόστος αυτό να βαραίνει τον καταναλωτή;
Αν και η λογική αυτή εκ πρώτης φαντάζει σωστή, δείχνει την έλλειψη ενημέρωσης για το πώς γίνονται οι αγοραπωλησίες ενέργειας στο χώρο της ηλεκτρικής παραγωγής, η Δ.Ε.Η. δεν αγοράζει σε εγγυημένες τιμές αλλά, σε τιμές αγοράς. Αυτό θα αναλυθεί εκτενώς αργότερα, πριν όμως μεταβούμε εκεί, ας δούμε ποια η σημασία των εγγυημένων τιμών ώστε να ξεκαθαρίζουν ένα-ένα τα πράγματα.
Οι εγγυημένες τιμές (feed in tariffs)
Οι εγγυημένες τιμές (feed in tariffs) είναι οι τιμές αγοράς της κιλοβατώρας που παράγεται από παραγωγούς ΑΠΕ από τους προμηθευτές. Η Ελλάδα, μέχρι και το προηγούμενο έτος (2012), είχε και συνεχίζει να έχει, την υψηλότερη τιμή σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης (περίπου 0.54σεντς/kwh) και αυτό έγινε με σκοπό να δοθεί το κατάλληλο εκείνο κίνητρο που χρειάζονταν, στους πολίτες, για να αρχίσουν να εγκαθιστούν συστήματα φ/β στις ιδιοκτησίες τους. Δηλαδή, έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν, την επένδυση των φ/β θελκτική και προσοδοφόρα.
Οι τιμές αυτές όμως, δεν είναι επ’αόριστον οι ίδιες και εξαρτώνται κατά πολύ από την εξέλιξη της τεχνολογίας των φ/β.
Έτσι, την εποχή που τα φ/β ξεκίνησαν να διαφημίζονται στην χώρα μας ως μια συμφέρουσα επένδυση, με ορίζοντα απολαβών 20ετίας και με εξόφληση του δανείου εγκατάστασης στην 5ετία, οι υψηλές εγγυημένες τιμές που θεσπίστηκαν, με βάση την δεδομένη τεχνολογία απόδοσης και εγκατάστασης των φ/β της εποχής εκείνης, ήταν οι κατάλληλες για να διατηρήσουν αυτή την υπόσχεση. Επομένως, υπήρξε τότε, πολύς κόσμος πρόθυμος να εγκαταστήσει φ/β, αφού την έβλεπε ως μια συμφέρουσα επένδυση που άξιζε τον κόπο (κέρδη για 15 χρόνια).
Στην περίπτωση που οι εγγυημένες τιμές ήταν χαμηλές, θα είχε ως συνέπεια να επιμηκύνονταν η εξόφληση του δανείου εγκατάστασης στα 10 χρόνια, με αποτέλεσμα ο παραγωγός να περιμένει πολλά χρόνια για να δει κάποιο κέρδος. Αυτό θα είχε σαν συνέπεια να μην θέλει κανένας να εγκαταστήσει φ/β. Καθώς όμως η τεχνολογία των Φ/β συστημάτων εξελίσσεται αλματωδώς και ολοένα καλύτερα και αποδοτικότερα συστήματα με χαμηλό κόστος εγκατάστασης βγαίνουν στην αγορά, οι εγγυημένες τιμές ήδη, μειώθηκαν τον περασμένο Αύγουστο (2012) για τους νεοεισερχόμενους παραγωγούς και αναμένεται νέα μείωσή τους τον Φεβρουάριο του 2013(2). Οι εγγυημένες τιμές θα συνεχίσουν να υποχωρούν και τα επόμενα χρόνια, μειούμενες κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διατηρείτε πάντα το
χρυσό νούμερο των 15ετών κερδοφορίας που κάνει συμφέρουσα την επένδυση των φωτοβολταικών.
Η μείωση των εγγυημένων τιμών λοιπόν, σταδιακά θα βοηθήσει στην αντιμετώπιση του ελλείμματος του ΔΕΣΜΗΕ. Όμως, το έλλειμμα αυτό δεν οφείλεται στις εγγυημένες τιμές και η άδικη απόφαση του κράτους να περιορίσει την είσοδο νεοεισερχόμενων επενδυτών ΑΠΕ στην αγορά για να μην αναγκαστεί ο ΔΕΣΜΗΕ να πληρώνει περισσότερους παραγωγούς με εγγυημένες τιμές, είναι τουλάχιστον μια σπασμωδική και άτοπη κίνηση.
Ένα τελευταίο επιχείρημα το οποίο παρουσιάζει η ομάδα αυτή, που αντιμάχεται τους μικρούς ιδιώτες παραγωγούς φ/β συστημάτων είναι ότι, η ίδια η Δ.Ε.Η. θα έπρεπε να είχε δημιουργήσει δικές της μονάδες παραγωγής ενέργειας από φ/β, έτσι ώστε να μην αναγκάζεται να την αγοράζει. Αυτό, αν και φαίνεται πως έχει μια λογική, φαίνεται να υποστηρίζει νοοτροπίες ενός παλιότερου κόσμου που εδώ και 22 χρόνια η κοινωνία τις ξεπέρασε. Σήμερα, στην αγορά, επικρατεί το νεοφιλελεύθερο πνεύμα, θα ήταν άτοπο αν μια σχεδόν κρατική γραφειοκρατική εταιρεία όπως η Δ.Ε.Η. αναλάμβανε εξολοκλήρου την είσοδο των ΑΠΕ στην χώρα. Οπότε, εφόσον υπάρχει το σημερινό σύστημα, θα πρέπει να επικεντρωθούμε στα προβλήματα που αυτό παρουσιάζει σήμερα και όχι τι θα μπορούσε να είχε γίνει αν ήμασταν στη ψυχροπολεμική περίοδο. Παραπέρα ανάλυση επ’αυτού, ξεφεύγει των σκοπών του κειμένου και αναλώνεται σε συζήτηση περί οικονομικού-κοινωνικού συστήματος.
Τι είναι τελικά αυτό το "μυστήριο" τέλος ΕΤΜΕΑΡ;
Το τέλος ΕΤΜΕΑΡ (Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων) είναι εξέλιξη του πρώην γνωστού ειδικού τέλους για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.). Το ειδικό τέλος Α.Π.Ε. έχει θεσπιστεί με τον νόμο του 2773/1999 άρθρο 40 ,και μέχρι το 2010 ήταν ενιαίο για όλους τους καταναλωτές σε όλη την επικράτεια της χώρας όμως, με την έκδοση νέου νόμου 3175/2003 άρθρο 23, παράγραφος 20, προβλεπόταν, η δυνατότητα εφαρμογής μιας νέας μεθοδολογίας επιμερισμού του τέλους στις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και η οποία άρχισε να εφαρμόζεται από το 2010 και μετά.
Η μεθοδολογία αυτή, εδραιώθηκε από τον ακόλουθο νόμο 4062/2012 άρθρο 39. Με βάση λοιπόν τους παραπάνω νόμους, οι τιμές του τέλους του ΕΤΜΕΑΡ σήμερα ανά καταναλωτή διαφέρουν, γι’αυτό και κάποιοι τομείς, κυρίως αυτοί που χρησιμοποιούν ρεύμα υψηλής τάσης (βιομηχανίες κ.λπ.) έχουν μικρότερο συντελεστή φορολογίας σε
σχέση με τις οικίες που καταναλώνουν ρεύμα χαμηλής τάσης και έχουν τον μεγαλύτερο συντελεστή. Αρκεί κανείς να ρίξει μια ματιά στην απόφαση της Ρ.Α.Ε. για το καθορισμό του ΕΤΜΕΑΡ για το προηγούμενο έτος 2012 (απόφαση ΡΑΕ υπ’ αριθμό. 1453/2011)(4).
Σημειωτέον, ότι με βάση προηγούμενη απόφαση της ΡΑΕ (2211/2010),υπάρχει πλαφόν στο ποσό που πληρώνει ένας μεγάλος καταναλωτής μέσω του τέλους ΑΠΕ. Το πλαφόν αυτό ορίστηκε στις 735.296 €. Ακόμη λοιπόν κι αν αντιστοιχεί τέλος ΑΠΕ αρκετών εκατομμυρίων σε ένα μεγάλο καταναλωτή, αυτός πληρώνει έως το ποσό που επιβάλει το πλαφόν, μειώνοντας έτσι σημαντικά την ποσοστιαία συμμετοχή του τέλους ΑΠΕ στο συνολικό κόστος ενέργειας της επιχείρησης.
Ποια η χρησιμότητα του ΕΤΜΕΑΡ;
Κύρια χρησιμότητα του ΕΤΜΕΑΡ είναι να μαζεύει οικονομικούς πόρους σε ειδικό λογαριασμό, μέσω του οποίου πληρώνονται οι παραγωγοί ενέργειας από ΑΠΕ. Για να κατανοήσουμε όμως πλήρως την χρησιμότητα αυτή, θα πρέπει να εξηγήσουμε πως γίνονται οι αγοραπωλησίες της κιλοβατώρας μεταξύ παραγωγών και προμηθευτών.
Κάθε χρόνο λοιπόν, οι προμηθευτές ενέργειας οι οποίοι είναι σε θέση να παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια στο σύστημα, εκτιμούν την ετήσια ζήτηση σε κατανάλωση και με βάση αυτήν την εκτίμηση εξοπλίζονται (π.χ. ύψος ποσού παραγγελίας αγοράς πετρελαίου για τις μονάδες των νησιών) για να την καλύψουν. Καθώς το έτος κυλάει κάθε μέρα, διαμορφώνεται μια νέα ζήτηση, η πραγματική ζήτηση. Με βάση λοιπόν τώρα την νέα αυτή πραγματική ζήτηση, καθορίζουν το ποσό ενέργειας που θα προμηθεύσουν στην αγορά για να την καλύψουν. Μέσω των νόμων της ελεύθερης αγοράς προσφοράς-ζήτησης, καθορίζεται κάθε μέρα η τιμή πώλησης και αγοράς της κιλοβατώρας (χρηματιστήριο κιλοβατώρας) η τιμή αυτή λέγεται Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ).
Ας υποθέσουμε πως μια πόλη θέλει να καταναλώσει μια συγκεκριμένη μέρα του έτους 100ΜW, με βάση τον νόμο 2773/1999 άρθρα 35, 36,37,38 και 39, δίνεται προτεραιότητα για την κάλυψη αυτή στις ΑΠΕ. Έστω ότι οι ΑΠΕ καλύπτουν τα 40ΜW που απαιτούνται, για να καλυφτούν τα υπόλοιπα 60ΜW, συμβάλει η Δ.Ε.Η. με τις μονάδες ορυκτών καυσίμων. Επιλέγει πρώτα τις μονάδες εκείνες που προσφέρουν την χαμηλότερη τιμή της Kwh προς αγορά, έστω λοιπόν, ότι βρίσκει μια μονάδα που παρέχει 30MW με 0.04σεντς/kwh και μια άλλη που παρέχει τα
υπόλοιπα 30ΜW με 0.07σεντς/kwh η ΟΤΣ κλειδώνει στην ακριβότερη τιμή, δηλαδή αυτή με τα 0.07σεντς/kwh.
Η Δ.Ε.Η. λοιπόν, βάσει του νόμου 2773/1999 αγοράζει το ρεύμα από όλους τους παραγωγούς συμπεριλαμβανομένων και των παραγωγών ΑΠΕ, με 0,07σεντς/kwh και όχι με τις εγγυημένες τιμές που είναι 0,54σεντς/kwh πουλώντας την περίπου 0,10 σεντς/kwh στους καταναλωτές. Επειδή λοιπόν ο νόμος είναι παλιός και εκείνη την εποχή η συμβολή των ΑΠΕ ήταν σχεδόν μηδενική, δεν αναγνωρίζει την προσφορά των ΑΠΕ για την κάλυψη των αναγκών σε ενέργεια και εκτιμά την τιμή αγοράς σύμφωνα με τις μονάδες ορυκτών καυσίμων της. Αυτό σημαίνει πως σχεδόν πάντα, αγοράζει ρεύμα από τους παραγωγούς ΑΠΕ πολύ χαμηλότερη από τις εγγυημένες τιμές και έτσι να έχουν ζημιά. Για να επιλυθεί αυτό το ζήτημα και να μην πέσουν έξω οι παραγωγοί ΑΠΕ, αντί να τροποποιήσουν τον νόμο, θεσπίστηκε το ΕΤΜΕΑΡ, το οποίο στην ουσία είναι η διαφορά 0,54σεντς/kwh (εγγυημένη τιμή) – 0,07σεντς/kwh (τιμή αγοράς, ΟΤΣ) = 0,47 σεντς/kwh και την οποία πληρώνει φυσικά ο καταναλωτής.
Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;
Αυτό συμβαίνει διότι ο νόμος 2773/1999 καθορίζει την ΟΤΣ με ένα απαρχαιωμένο τρόπο που δημιουργεί πολλές διακυμάνσεις στην αγορά αγνοώντας την συνεισφορά των ΑΠΕ. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, εκείνη την εποχή οι ΑΠΕ δεν είχαν την διείσδυση που έχουν τώρα, με αποτέλεσμα η ΟΤΣ να καθορίζεται με βάση μόνο το μεταβλητό κόστος (τιμή καυσίμου) των μονάδων ορυκτών καυσίμων. Σήμερα, ο νόμος αυτός δεν έχει αλλάξει ώστε να συμπεριλάβει και την συνεισφορά των ΑΠΕ προστατεύοντας την Δ.Ε.Η. και δυσφημώντας τις Α.Π.Ε.
Αν όμως καθορίζονταν σωστά η ΟΤΣ και συμπεριλάμβανε τα πραγματικά συνολικά κόστη παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από τις μονάδες ορυκτών καυσίμων τότε η ΟΤΣ θα ανέβαινε πολύ και θα ξεπερνούσε και τις εγγυημένες τιμές των ΑΠΕ. Δηλαδή, η Δ.Ε.Η. για να προσφέρουν οι μονάδες ορυκτών καυσίμων χαμηλότερες τιμές κιλοβατώρας και να είναι ανταγωνιστικότερες δεν συμπεριλαμβάνει στις τιμές που προσφέρουν αυτές οι μονάδες το πραγματικό κόστος το οποίο αποτελείτε από το κόστος εξόρυξης, επεξεργασίας, μεταφοράς, συντήρησης, προσωπικού, φόρος λιγνίτη (που θεσπίστηκε κάποτε και από τότε αγνοείται η τύχη του) και από την φετινή χρονιά την πληρωμή των δικαιωμάτων εκπομπής αέριων ρύπων.
Ας υποθέσουμε πως οι μονάδες ορυκτών καυσίμων, συμπεριλαμβάνουν το πραγματικό τους κόστος στην προσφερόμενη τιμή με το υπάρχον σύστημα υπολογισμού της ΟΤΣ τότε, η τιμή αγοράς της κιλοβατώρας θα ξεπερνούσε τις εγγυημένες τιμές και δεν θα χρειαζόταν καθόλου το τέλος ΕΤΜΕΑΡ (εφόσον ο ΔΕΣΜΗΕ θα είχε επάρκεια εσόδων). Αυτό γιατί, οι μονάδες ορυκτών καυσίμων είναι πιο κοστοβόρες στην παραγωγή ενέργειας απ’ότι ο μικρός ιδιώτης που το κόστος εγκατάστασης και συντήρησης είναι αστείο μπροστά στα κόστη των μονάδων ορυκτών καυσίμων.
Καλύτερα δεν είναι έτσι; Έχουμε την χαμηλότερη τιμή κιλοβατώρας στην Ευρώπη, οι ΑΠΕ είναι ακριβότερες, σωστό;
Λάθος, φυσικά και το πραγματικό κόστος λειτουργίας των μονάδων ορυκτών καυσίμων, η Δ.Ε.Η., το εξοφλά με έμμεσους τρόπους από τον καταναλωτή. Πέρα από τα έσοδα της ΟΤΣ παίρνει ένα επίδομα το λεγόμενο Αποδεικτικό Διαθέσιμης Ισχύος (Α.Δ.Ι) και φυσικά, μετά την μετονομασία του ειδικού τέλους ΑΠΕ σε ΕΤΜΕΑΡ παίρνει, σύμφωνα με έρευνα του ΕΜΠ από τον καθηγητή κ Παντελή Κάπρο(5), το 60% του τέλους ΕΤΜΕΑΡ ως ανταμοιβή που χρησιμοποιεί πρώτα την ενέργεια από ΑΠΕ και δεν βάζει σε λειτουργία τις ρυπογόνες μονάδες της. Δηλαδή, ο καταναλωτής διπλοπληρώνει τις μονάδες ορυκτών καυσίμων αφήνοντας έκθετους τους παραγωγούς ΑΠΕ. Άρα ο καταναλωτής πληρώνει ακριβότερα την κιλοβατώρα από την Δ.Ε.Η., απ΄ότι μπορεί να φαίνεται στο τιμολόγιό της, με αποτέλεσμα να μην αντιλαμβάνεται την ωφέλιμη προσφορά των ΑΠΕ που παρέχουν φθηνή ενέργεια.
Εν ολίγοις, η Δ.Ε.Η. φαίνεται να έχει μόνο λαμβάνειν από αυτό το απαρχαιωμένο σύστημα υπολογισμού της ΟΤΣ και για να εξασφαλίσει και την παραπέρα μείωση του πραγματικού κόστους λειτουργίας των μονάδων ορυκτών καυσίμων, προτιμά να εισάγει φτηνό ρεύμα από γειτονικές χώρες και να το μεταπουλάει στην ΟΤΣ σαν να λειτουργούσε μια δικιά της μονάδα για να καρπώνεται και μεγαλύτερο ποσό από τα επιδόματα. Ποσό, το οποίο δεν επαναπενδύεται στην κοινωνία (ήδη θα έπρεπε να βελτιώνουν και να αναπτύσσουν το δίκτυο για την είσοδο κι άλλων μονάδων ΑΠΕ) και φυσικά, πηγαίνει για την κάλυψη κυρίως παχυλών μισθών της τάξης των 10.000ευρώ των πολιτικοποιημένων διευθυντών της.
Ποια είναι όμως αυτή η περίφημη συνεισφορά των ΑΠΕ;
Ας γυρίσουμε στο παράδειγμα με την πόλη, αν υποθέταμε πως οι παραγωγοί ΑΠΕ την επόμενη χρονιά αυξάνονταν και ήταν σε θέση να καλύψουν όχι 40MW αλλά 70MW, τότε η Δ.Ε.Η. θα ενεργοποιούσε για να καλύψει τα υπόλοιπα 30MW, την μονάδα εκείνη που προσφέρει τιμή κιλοβατώρας 0,04σεντς/kwh και όχι αυτή με τα 0,07σεντς/kwh άρα, υπάρχει ένα όφελος του καταναλωτή κατά 0,03σεντς/kwh.
Αυτό σημαίνει ότι η Δ.Ε.Η. θα έπρεπε να ρίξει την τιμή της στους καταναλωτές και να την πουλά από 0,10σεντς/kwh σε 0,07σεντς/kwh και το όφελος να περνά στον καταναλωτή ή να καλύπτουν οι ΑΠΕ με αυτή την συνεισφορά τους, από μόνες τους την ανάπτυξή τους, αντ’άυτού, συνεχίζει η Δ.Ε.Η. να την πουλά 0,10σεντς/kwh εξαιτίας, του ότι ενώ η τιμή αγοράς της κιλοβατώρας από τους παραγωγούς ρυθμίζεται ελεύθερα από την ίδια την αγορά, τα τιμολόγια κατανάλωσης τα εκδίδει το ΥΠΕΚΑ και το οποίο δεν επιτρέπει μείωση της τιμής.
Δηλαδή, ενώ οι ΑΠΕ πετάνε έξω από το σύστημα τις ρυπαρές και ακριβές ενεργοβόρες μονάδες ορυκτών καυσίμων, καθιστώντας άχρηστο οποιοδήποτε επιπλέον επίδομα ή φόρο ενέργειας που έχουμε και πληρώνουμε σήμερα στα τιμολόγια του ρεύματος και μη, αυτό το όφελος δεν γίνεται αντιληπτό από τον καταναλωτή.
Οι μονάδες ΑΠΕ όπως προαναφέραμε δεν έχουν υψηλά κόστη συντήρησης και εγκατάστασης για να μετακυλήσουν στους καταναλωτές, δεν ρυπαίνουν ώστε να μεταβιβάσουν το κόστος αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής αερίων στους καταναλωτές και το σημαντικότερο φαίνεται ότι μπορούν να στηρίξουν από μόνες τους την ανάπτυξή τους χωρίς να χρειάζονται επιπλέον επιδόματα και φόρους. Για του λόγου το αληθές αυτό εμφανίζεται και στην μελέτη του κ Κάπρου στο εξής απόσπασμα «Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι το 2011, αυτή η μείωση της ΟΤΣ χάρη στις ΑΠΕ θα είναι 9,5 €/MWh, γεγονός που σημαίνει ότι οι Προμηθευτές θα αγοράσουν ηλεκτρική ενέργεια από τον ΔΕΣΜΗΕ φθηνότερη κατά 734 εκατομμύρια Ευρώ. Το ίδιο έτος, 2011, οι συνολικές πληρωμές προς τις μονάδες ΑΠΕ (δηλαδή το σύνολο των feed-in-tariffs επί την παραγόμενη ενέργεια από ΑΠΕ) εκτιμώνται σε 625 εκατομμύρια Ευρώ. Η διαφορά των 110 εκατομμυρίων Ευρώ, που προκύπτει από τη μείωση της ΟΤΣ χάρη στη διείσδυση των ΑΠΕ και την αποπληρωμή των μονάδων ΑΠΕ βάσει εγγυημένης τιμής, είναι ένα καθαρό όφελος που πρέπει να απολαύσει ο καταναλωτής. Με άλλα λόγια, οι ΑΠΕ μειώνουν την τιμή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας τόσο πολύ, που άνετα μπορούν
να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη τους και επιπλέον να επιδοτήσουν τον καταναλωτή.»
Προς επίρρωση των παραπάνω, να αναφέρουμε το παράδειγμα της Γερμανίας, όπου η μεγάλη διείσδυση των φωτοβολταικών στο σύστημα, έχει ως αποτέλεσμα να βγαίνουν εκτός, οι ακριβές αιχμιακές μονάδες το μεσημέρι (τότε δηλαδή που η παραγωγή των φωτοβολταϊκών είναι η μέγιστη), με αποτέλεσμα να έχει πέσει κατακόρυφα η χρηματιστηριακή τιμή της κιλοβατώρας αιχμής, προσεγγίζοντας την τιμή σε ώρες χαμηλής ζήτησης. Όλα αυτά βέβαια λειτουργούν υπέρ του καταναλωτή.
Έτσι, αν άλλαζε ο τρόπος υπολογισμού της ΟΤΣ και συμπεριλάμβανε το πραγματικό κόστος παραγωγής της κιλοβατώρας από τις μονάδες ορυκτών καυσίμων, ο καταναλωτής θα διαπίστωνε ότι η τιμή αγοράς της από αυτές τις μονάδες θα ανέρχονταν μέχρι και στα 0.80σεντς/kwh. Πράγμα, το οποίο σημαίνει την πλήρη κάλυψη των εγγυημένων τιμών (0.55 σεντς/kwh ) από την αγορά, απελευθερώνοντας τον λογαριασμό από το τέλος ΕΤΜΕΑΡ και κάνοντας τον καταναλωτή να αντιληφθεί άμεσα τα οφέλη των ΑΠΕ για φθηνή και καθαρή ενέργεια.
Αν αυτό το απαρχαιωμένο σύστημα λειτουργούσε μέχρι σήμερα χωρίς να φέρνει προβλήματα στην επιφάνεια ήταν, γιατί πότε τα καύσιμα ακρίβαιναν, όπως το έτος 2007, που πληρώσαμε χαμηλότερο ειδικό τέλος ΑΠΕ, αφού ανέβασαν την ΟΤΣ με αποτέλεσμα τα έσοδα να καλύψουν επαρκώς τις εγγυημένες τιμές είτε, γιατί ο αριθμός των παραγωγών ΑΠΕ δεν ήταν τόσο μεγάλος και τα περιορισμένα έσοδα του ΔΕΣΜΗΕ από την ΟΤΣ και το ειδικό τέλος ΑΠΕ, κάλυπταν τους παραγωγούς. Όμως, από το 2010 και μετά με την αύξηση των παραγωγών ΑΠΕ άρχισε να μεγαλώνει και το έλλειμμα του ΔΕΣΜΗΕ εξαιτίας του συστήματος υπολογισμού της ΟΤΣ και των περιορισμένων εσόδων που προέκυπταν για τους παραγωγούς ΑΠΕ από αυτό το σύστημα.
Οι επιπλέον παράγοντες που συμβάλουν στην ακρίβεια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος από συμβατικές μονάδες (ορυκτών καυσίμων)
Κόστος αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής αέριων ρύπων
Ως γνωστόν, από 1-1-2013 παύει στις χώρες της ΕΕ η δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπών CO2 που ισχύει μέχρι σήμερα για την ηλεκτροπαραγωγή και συνεπώς, κάθε συμβατική κιλοβατώρα που προέρχεται από ρυπογόνους θερμικούς σταθμούς θα επιβαρύνεται με ένα επιπλέον κόστος.
Από το 2013 και μετά, τα δικαιώματα που δεν κατανέμονται δωρεάν, τίθενται σε πλειστηριασμό. Τα έσοδα από τον πλειστηριασμό δικαιωμάτων κατανέμονται και αποδίδονται σύμφωνα με τις προβλέψεις της παραγράφου 9 του άρθρου 30 του Ν. 3889/2010 (Α΄182). Τουλάχιστον 50% των εσόδων που προέρχονται από τον πλειστηριασμό των δικαιωμάτων πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη των ΑΠΕ και την εφαρμογή μέτρων που συμβάλλουν στη μετάβαση προς μια
ασφαλή και βιώσιμη οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα (ΚΥΑ Αριθμ. Η.Π. 57495/2959/Ε103, ΦΕΚ 2030Β/29-12-2010).
Δεδομένων των αποφάσεων αυτών σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο, προκαλεί τουλάχιστον έκπληξη το γεγονός ότι ο ΔΕΣΜΗΕ υπολογίζει το απαιτούμενο τέλος ΕΤΜΕΑΡ για την περίοδο 2013-2014 θεωρώντας μηδενικό έσοδο από τα δικαιώματα εκπομπών! Με βάση τις μελέτες και εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η μέση τιμή των δικαιωμάτων εκπομπών CO2 το 2015 θα είναι 19,9 €/τόνο CO2, ενώ ακόμη κι αν άλλες πολιτικές δράσουν εν τέλει ανταγωνιστικά προς την Οδηγία για την εμπορία εκπομπών (ETS), η μέση τιμή των δικαιωμάτων εκπομπών CO2 το 2015 θα διαμορφωθεί στα 15,1 €/τόνο CO2. Αυτό, πολύ απλά σημαίνει ότι, σε κάθε περίπτωση, θα υπάρχουν διαθέσιμα για ενίσχυση των ΑΠΕ περί τα 300-395 εκατ. € το 2013 και 285-375 εκατ. € το 2014.
Ενώ λοιπόν θα έπρεπε, πολλές από τις δημοπρατήσεις των δικαιωμάτων εκπομπής αέριων ρύπων, να είχαν γίνει νωρίτερα (έτος 2011), έτσι ώστε να είναι ήδη ορισμένα αυτά τα δικαιώματα για το έτος 2013 και να μην περιμένουμε πάντα την τελευταία στιγμή, πραγματοποιήθηκαν ελάχιστες, φέρνοντας και ελάχιστα έσοδα στον ειδικό λογαριασμό για τις ΑΠΕ. Αν είχαν γίνει όπως θα έπρεπε, αυτή την στιγμή δεν θα μιλάγαμε για έλλειμμα του ΔΕΣΜΗΕ.
Αυτό φαίνεται καθαρά και στην απόφαση της ΡΑΕ υπ’ αριθμ. 1453/2011 όπου αναφέρεται το εξής: «Επειδή, η ως άνω διαδικασία δημοπράτησης δικαιωμάτων εκπομπών αερίου θερμοκηπίου κατά τη διάρκεια του έτους 2011 απέφερε πολύ λιγότερα έσοδα από τα ως άνω αναμενόμενα 250 εκ. € του ΥΠΕΚΑ, σύμφωνα δε με το υπ’ αριθμ. ΡΑΕ Ι-146082/22.11.2011 έγγραφο του ΔΕΣΜΗΕ, το έλλειμμα του Λογαριασμού του Ειδικού Τέλους του άρθρου 143 παρ. 2 περ. γ' του ν. 4001/2011 εκτιμάται πλέον ότι θα ανέλθει στο τέλος του 2011 στα 194,7 εκ. €, με βάση την εκκαθάριση που πραγματοποιήθηκε μέχρι και τον Οκτώβριο του 2011, καθώς και των προβλέψεων για τους υπόλοιπους δύο μήνες του έτους. Ως εκ τούτου, ο ΔΕΣΜΗΕ αιτείται τη μεσοσταθμική αναπροσαρμογή του Ειδικού Τέλους ΑΠΕ από 1,8 €/MWh που είναι σήμερα, σε 10,44 €/MWh από την 01.01.2012, για την κάλυψη τόσο των πληρωμών ΑΠΕ κατά το έτος 2012, όσο και του υφιστάμενου ελλείμματος στο τέλος του 2011 (δηλ. τα 194,7 εκ. €).»
Δηλαδή, επειδή πάλι υπήρξε έλλειμμα του ειδικού λογαριασμού ΑΠΕ το έτος 2011 λόγο της απροθυμίας δημοπράτησης των αερίων ρύπων που θα επέφεραν μεγάλα έσοδα, ο ΔΕΣΜΗΕ και η ΡΑΕ εισηγήθηκαν πάλι αύξηση του τέλους ΕΤΜΕΑΡ στην αρχή του 2012. Όμως, κανείς δεν παραπονέθηκε τότε, γιατί με επέμβαση της ΡΑΕ δεν αύξησαν των οικιών τα τιμολόγια και οι παραγωγοί ΑΠΕ πληρώνονταν ακόμη κανονικά, οπότε και δεν υπήρχε κανείς δυσαρεστημένος να παραπονεθεί. Για του λόγου το αληθές, στην ίδια απόφαση διαβάζουμε, «Επειδή, στην υπ’ αριθμ. 236/2010 Γνωμοδότησή της, η ΡΑΕ πρότεινε ενιαία αύξηση της τιμής του Ειδικού Τέλους ΑΠΕ σε 5,57 €/MWh για όλες τις κατηγορίες καταναλωτών, για την περίοδο 1η Μαΐου 2010 έως 31η Δεκεμβρίου 2010. Η αύξηση αυτή τελικά εφαρμόστηκε από το ΥΠΕΚΑ για όλους τους καταναλωτές πλην εκείνων που υπάγονταν στην οικιακή χρήση, για τους οποίους η χρέωση παρέμεινε στα 0,3 €/MWh, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. Δ6/Φ1/οικ.11484 Απόφαση της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Η Απόφαση αυτή του ΥΠΕΚΑ είχε ως αποτέλεσμα τη διόγκωση του μέχρι τότε υπάρχοντος ελλείμματος του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ, το οποίο έφθασε τα 99,3 εκ. € στο τέλος του 2010.»
Ο φόρος του λιγνίτη
Μέχρι σήμερα, η ΔΕΗ χρησιμοποιούσε το λιγνίτη δωρεάν. Ο λεγόμενος ‘εθνικός πόρος’ δεν είχε άλλο κόστος παρά μόνο το κόστος της εξόρυξης και επεξεργασίας του. Η δικαιολογία ήταν πως η ΔΕΗ είναι μια δημόσια επιχείρηση και επομένως, απολαμβάνοντας δωρεάν πρόσβαση στο λιγνίτη, μπορεί να πουλά φθηνή ενέργεια
στους καταναλωτές. Έτσι, εν ονόματι του δημοσίου συμφέροντος, ένας επενδυτής στο New Jersey για παράδειγμα, που διέθετε μετοχές της ΔΕΗ, είχε δωρεάν πρόσβαση στον ‘εθνικό πόρο’, ενώ ο μη προνομιούχος καταναλωτής στην Ελλάδα (ο οποίος βέβαια δεν συμμετέχει στα κέρδη της επιχείρησης) καλούνταν να πληρώσει το κόστος για την εξαγορά δικαιωμάτων ρύπανσης επειδή η ΔΕΗ συνεχίζει να καίει λιγνίτη. Ευτυχώς, ο παραλογισμός αυτός αμφισβητήθηκε, αφού η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απαίτησε, ορθά, να υπάρχει ένα κόστος πρόσβασης στον λιγνίτη. Τον Αύγουστο του 2006, ο φόρος για τον λιγνίτη καθορίστηκε με το νόμο 3483/2006 στα 0,3 €/GJ (περίπου 1,5 € τον τόνο), ποσό που μεταφράζεται σε επιβάρυνση περίπου 0,3 λεπτά ανά παραγόμενη κιλοβατώρα, ποσό σχεδόν ασήμαντο, αλλά συμβολικά ισχυρό. Πριν όμως στεγνώσει το μελάνι στο φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως όπου τυπώθηκε ο εν λόγω νόμος, η κυβέρνηση απάλλαξε τελικά το λιγνίτη από τον φόρο αυτό, θέλοντας στην ουσία να απαλλάξει τη ΔΕΗ από επιβάρυνση 105 εκατ. ευρώ ετησίως, αλλά και τους επίδοξους μνηστήρες των λιγνιτικών κοιτασμάτων της Βεύης από μία επιβάρυνση που θα έκανε λιγότερο ελκυστική τη μελλοντική επένδυσή τους. Και να σκεφτεί κανείς ότι η φορολόγηση του λιγνίτη με βάση το νόμο 3483/2006 ήταν σχετικά ασήμαντη, αφού δεν περιλάμβανε το λεγόμενο ‘εξωτερικό’ κόστος, δεν ενσωμάτωνε δηλαδή τις περιβαλλοντικές βλάβες και τις κοινωνικές επιπτώσεις που συνεπάγεται η καύση του λιγνίτη(6).Ο φόρος λοιπόν αυτός, αναμενόταν να επανέλθει το 2012 αλλά μάλλον απ’ότι όλα δείχνουν, πιθανώς να επανέλθει το 2013 και θα πρέπει να απορροφηθεί από τα τιμολόγια του ηλεκτρικού ρεύματος.(7)
Το μνημόνιο
Το επιτελείο της Τρόικας που ήρθε πρόσφατα στην Ελλάδα έθεσε με βάση το νέο αναθεωρημένο μνημόνιο το έτος 2013, ως το έτος εξάλειψης του ελλείμματος του ΔΕΣΜΗΕ πάση θυσία. Συγκεκριμένα, το έλλειμμα του ΔΕΣΜΗΕ χαρακτηρίζεται από το μνημόνιο ως «σοβαρή ενδογενή δημοσιονομική επισφάλεια» και πρέπει να εξαλειφθεί αν όχι μέχρι το έτος στόχο 2013, τότε μέχρι το έτος 2014.
Με βάση λοιπόν αυτή την απαίτηση η κυβέρνηση προωθεί μια σειρά μέτρων για τον περιορισμό του ελλείμματος του ΔΕΣΜΗΕ, Τα μέτρα αυτά είναι:
1) Εξαμηνιαία αναθεώρηση του τέλους ΕΤΜΕΑΡ μέσα στο έτος που σημαίνει 2 αυξήσεις τον χρόνο τουλάχιστον για να είναι πιο κοντά στην πραγματική εικόνα του ελλείμματος.
2) Περιορισμό των παραγωγών ΑΠΕ, αφού όπως αναφέραμε και προηγουμένως εξαιτίας του τρόπου υπολογισμού της ΟΤΣ η ολοένα αύξηση των παραγωγών ΑΠΕ έχει ως αποτέλεσμα την δυσκολία αποπληρωμής τους στις εγγυημένες τιμές.
3) Εισροή, στον ειδικό λογαριασμό των ΑΠΕ, του 50% των εσόδων από τις δημοπρατήσεις για την αγορά δικαιωμάτων εκπομπής αέριων ρύπων. (Αν είχαν γίνει νωρίτερα θα είχαμε γλιτώσει το παρόν έλλειμμα)
4) Καταβολή ενός μέρους του ειδικού τέλους της ΕΡΤ στον ΔΕΣΜΗΕ.
5) Έσοδα από την πιθανή επαναφορά του φόρου του λιγνίτη.
6) Έκτακτο φόρο στους παραγωγούς ΑΠΕ. (Το μέτρο αυτό ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και διαμαρτυριών, αφού οι σχεδόν απλήρωτοι παραγωγοί, τώρα καλούνται να πληρώσουν και φόρο τύπου χαράτσι)
Προτάσεις-λύσεις
Με κοινή τους ανακοίνωση(8),οι σύνδεσμοι ΕΛΕΤΑΕΝ, ΕΣΗΑΠΕ, ΕΣΜΥΕ και ΕΛΛΕΒΙΟΜ αναφέρονται στην αύξηση του ΕΤΜΕΑΡ και το ποια μέτρα προτείνουν για την αντιμετώπιση της κατάστασης που υπάρχει σήμερα και γεννά ελλείμματα
1) Βραχυπρόθεσμα, να ενεργοποιηθούν όλα εκείνα τα μέτρα πολιτικής που έχει προ πολλού προτείνει η Ρ.Α.Ε. – αλλά και ο κλάδος των Α.Π.Ε.- και περιλαμβάνουν τη διοχέτευση πρόσθετων πόρων στο Λογαριασμό του ΔΕΣΜΗΕ (μελλοντικά θα λέγεται ΛΑΓΗΕ). Μερικά από αυτά τα μέτρα το ΥΠΕΚΑ ήδη ανακοίνωσε πως θα τα εφαρμόσει όπως αναφέραμε πιο πάνω.
2) Η ευθύνη πληρωμής του Ειδικού Τέλους Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων να μεταφερθεί πλήρως στους προμηθευτές και να ενσωματωθεί στο κόστος τους. Έτσι, θα πάψει η απίθανη επιδότηση των προμηθευτών και άρα των ορυκτών καυσίμων, από πόρους που μόνο κατ’ όνομα προορίζονται για τις Α.Π.Ε. και θα εκλείψει ο κίνδυνος νέων ελλειμμάτων στο μέλλον και νέων άδικων επιβαρύνσεων του καταναλωτή.
3) Το ΕΤΜΕΑΡ, ως διακριτό στοιχείο κόστους του προμηθευτή, να μετονομαστεί, ώστε η ονομασία του να αντιπροσωπεύει την αληθή του φύση που είναι η κάλυψη μιας χρηματικής διαφοράς (feed in tariff μείον οριακή τιμή συστήματος), η οποία δεν σχετίζεται και δεν αντανακλά κανένα κόστος, ούτε των Α.Π.Ε. ούτε της μείωσης των εκπομπών. Ως ορθή ονομασία προτείνεται το Τέλος Εξισορρόπησης.
4) Παράλληλα με τα ανωτέρω, προκειμένου ο καταναλωτής να λαμβάνει με διαφάνεια πλήρη ενημέρωση για το κόστος της ενέργειας που καταναλώνει, θα πρέπει να υπολογισθεί το αληθινό πρόσθετο κόστος/όφελος χάρη στις Α.Π.Ε. Ως ενδιάμεσο βήμα, πριν την πλήρη ενσωμάτωση του ΕΤΜΕΑΡ στο κόστος προμηθευτών, πρέπει το ΕΤΜΕΑΡ με υπολογίζεται με βάση την πραγματική αυτή επίπτωση οπότε θα παραμείνει μόλις στο 40% του σημερινού ύψους.
Στα παραπάνω, θα μπορούσε να προστεθεί και η αναθεώρηση του νόμου 2773/1999 για τον τρόπο υπολογισμού της ΟΤΣ και την δημιουργία μιας νέας πιο ρεαλιστικής μεθοδολογίας καθορισμού της ΟΤΣ όπου να συμπεριλαμβάνεται και η συνεισφορά των ΑΠΕ.
Επίλογος
Είναι αλήθεια παράξενο και μοναδικό φαινόμενο της χώρας μας, να αυξάνονται οι ΑΠΕ που προσφέρουν φτηνή και καθαρή ενέργεια και αντί να επωφελούμαστε από αυτό, να βγαίνουμε και ζημιωμένοι, μόνο εδώ θα μπορούσε να συμβεί αυτό πουθενά αλλού. Πραγματικά, αυτός είναι ο Ελληνικός τρόπος μέσω του οποίου ότι αξίζει, μπορούμε να το καταστήσουμε άμεσα άχρηστο, πράγμα το οποίο κάνει τους ξένους να σηκώνουν τα χέρια ψηλά από την αγανάκτηση μαζί μας.
Από την υπάρχουσα κατάσταση έτσι όπως αναλύθηκε, φαίνεται τι σημαίνει εκσυγχρονισμός και ανάπτυξη για την Ελλάδα. Στην ουσία, είναι μια βιτρίνα πίσω από την οποία ο παλιός διεφθαρμένος μηχανισμός συνεχίζει να βασιλεύει και ενώ μπορεί να δίνεται η εντύπωση πως η χώρα προχωρά, στην ουσία τίποτα δεν αλλάζει. Αυτό λοιπόν φταίει που ο ΔΕΣΜΗΕ παρουσιάζει έλλειμμα, που οι ΑΠΕ δυσφημούνται έντονα και που η Δ.Ε.Η., λειτουργώντας σαν "πολιτικό μαγαζάκι" για την διατήρηση των υψηλών μισθών των ανώτερων πολιτικοποιημένων στελεχών της προσπαθεί πάση θυσία να διατηρήσει το απαρχαιωμένο και ρυπογόνο σύστημά της, εις βάρος πάντα, του κορόιδου καταναλωτή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου